1912 – 1913

1912 – 1913.  Α΄ ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ , ΒΟΥΛΓΑΡΙΚΗ ΚΑΤΟΧΗ, ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΚΑΙ ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΨΗ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ ΜΕ ΤΗ ΣΥΝΘΗΚΗ ΤΟΥ ΒΟΥΚΟΥΡΕΣΤΙΟΥ

Η κατάληψη της επαρχίας Μελενίκου από τον βουλγαρικό στρατό, τον Οκτώβριο του 1912, κατά τον A’ Βαλκανικό πόλεμο, ήταν αφετηρία δεινών για τον Ελληνισμό της περιοχής, έτσι όπως αποτυπώθηκαν στις μακροσκελείς εκθέσεις του μητροπολίτη Μελενίκου Κωνσταντίνου και προκρίτων διαφόρων χωριών προς το ελληνικό Υπ. Εξ. και προς τον διοικητή του 3ου ιππικού ελληνικού συντάγματος, που στάθμευε στις Σέρρες. Οι αναφορές αυτές δείχνουν το φανατισμό των βουλγαρικών στρατευμάτων και των ντόπιων σχισματικών απέναντι στους ορθοδόξους κατοίκους (βούλγαροι πατριαρχικοί κατά τις βουλγαρικές θεωρίες), καθώς και τις πιέσεις που ασκούσαν στους τελευταίους για να ασπασθούν το σχίσμα. Οι πιέσεις αυτές, σε ορισμένες περιπτώσεις έφταναν στα όρια του διωγμού.

Οι ελληνικές κοινότητες της περιοχής, που με πολλούς κόπους και θυσίες κατόρθωσαν να αντέξουν όλα τα προηγούμενα χρόνια, τώρα κάτω από τις νέες συνθήκες που δημιουργήθηκαν με τους Βαλκανικούς πολέμους, κινδύνευαν να εξαφανισθούν εντελώς. Ελληνικές εκκλησίες δημεύτηκαν, η λειτουργία απαγορεύθηκε να τελείται στην ελληνική γλώσσα, τα ελληνικά σχολεία μεταβλήθηκαν σε βουλγαρικά, ορθόδοξοι ιερείς κακοποιήθηκαν, εξεδιώχθησαν ιερείς και διδάσκαλοι από τα χωριά τους και εκβιάσθηκαν χωρικοί για να προσχωρήσουν στο σχίσμα και να δηλωθούν ως Βούλγαροι ή για να αποσύρουν τα παιδιά τους από τα ελληνικά σχολεία.

Στο Mελένικο εξανάγκασαν, με τη βία, τους κατοίκους μιας συνοικίας να υπογράψουν την προσχώρησή τους στην Εξαρχία, παρά τις αντιδράσεις του μητροπολίτη Κωνσταντίνου. Πέρα όμως από τα παραπάνω, το Μελένικο γνώρισε και την οικονομική καταστροφή με την αρπαγή από τους Βουλγάρους του Σαντάνσκι, των σταφυλιών, μοναδικού πόρου των Μελενικίων, καθώς και την ουσιαστική λεηλάτηση των καταστημάτων με την παροχή μόνο απλών αποδείξεων. Παράλληλα, οι κάτοικοι της πόλης υποχρεώθηκαν να παρέχουν τροφή και στέγη σε διακόσιους περίπου Βουλγάρους στρατιώτες και χωροφύλακες, Οι Βούλγαροι προχώρησαν και στην κατάληψη των ελληνικών σχολών της πόλης για το στρατωνισμό των στρατιωτών και μίας εκκλησίας (της κάτω συνοικίας) για την τέλεση της λειτουργίας στη βουλγαρική.

Στο Δεμίρ Ισάρ όλες τις κυβερνητικές θέσεις κατέλαβαν άνθρωποι του Σαντάνσκι, των Ελλήνων αποκλειομένων από κάθε αξίωμα κοινοτικό ή κυβερνητικό. Οι Βούλγαροι μετέτρεψαν το Τσαρσί τζαμί σε βουλγαρικό ναό, ενώ ένα άλλο τέμενος το μετέτρεψαν σε κέντρο διασκέδασης. Ο Πρεσιδάτελ, αντιπρόσωπος του Βουλγάρου Εξάρχου στο Δεμίρ Ισάρ, δεν αρκέστηκε μόνο στην απαλλοτρίωση των δύο οθωμανικών τεμενών της πόλης, αλλά με απειλές προσπάθησε, ανεπιτυχώς, να συγκεντρώσει υπογραφές κατοίκων της κάτω συνοικίας για να καταλάβει αυθαιρέτως το ναό και τη σχολή της. Απείλησε μάλιστα με απαγχονισμό τους ιεροψάλτες της άνω συνοικίας Δημήτριο και
Ιωάννη Δ. Μελκίδη, αν δεν προσχωρούσαν στο βουλγαρισμό.

Στο γειτονικό Σάβγιακο συνελήφθη, με την ψευδή κατηγορία της εξύβρισης των Βουλγάρων, ο ιερέας του χωριού Παπαπασχάλης και φυλακίστηκε για 22 μέρες, όσες ήταν απαραίτητες για την κατάληψη της εκκλησίας και του ελληνικού σχολείου και για την εκδίωξη του διδασκάλου και της διδασκάλισσας, καθώς και για τον βασανισμό των Νικ. Γκατσούνη, Γιοβάννη Κέπα, Γεωργίου Κιοσέ και άλλων Ελλήνων του χωριού. Ο μητροπολίτης, για να σταματήσει τις βουλγαρικές αυθαιρεσίες, αρχικά διαμαρτυρήθηκε στο Βούλγαρο στρατιωτικό διοικητή του Δεμίρ Ισάρ Τσομάκωφ και στη συνέχεια στο Γενικό Διοικητή Σερρών Ιβάν Χαμαμτζήεφ, ο οποίος υποσχέθηκε την επιστροφή της εκκλησίας, πράγμα που έγινε. Όταν όμως ο ιερέας και οι κάτοικοι του Σάβγιακου επιχείρησαν να λειτουργήσουν στην ελληνική, δέχτηκαν την επίθεση και την κακοποίηση εκ μέρους των Βουλγάρων, οι οποίοι έδειραν τους προκρίτους Γ. Καμπούρη, Αθ. Καλλίγκο, Στόικο Γκακαλιάκη, Γ. Κιοσέ, Δ. Κιουτσούκη και εξεδίωξαν τον ιερέα από το χωριό και την οικογένειά του. Στο χωριό Κουμλί, οι κάτοικοι εξαναγκάστηκαν, με τη βία των όπλων, να υπογράψουν την προσχώρησή τους στο σχίσμα, καθώς και την παραχώρηση του ναού τους στους σχισματικούς. Ο πρώην μουχτάρης του χωριού Μητκώνης, ο οποίος αρνήθηκε να υπογράψει κακοποιήθηκε βάναυσα, ενώ οι κάτοικοι με την απειλή 25 ραβδισμών και την καταβολή 250 γροσίων αναγκάστηκαν να αποσύρουν τα παιδιά τους από το ελληνικό σχολείο.

Στο διπλανό χωριό Καμαρότι, οι Βούλγαροι κατέλαβαν το ναό του και απαγόρευσαν τη διδασκαλία στον Έλληνα διδάσκαλο. Στο γειτονικό Κιουπρί, ενώ οι σχισματικοί κατείχαν την κεντρική μεγάλη εκκλησία του χωριού, τώρα κατέλαβαν και την υποτυπώδη εκκλησία που η οθωμανική κυβέρνηση είχε κτίσει για τους Έλληνες του χωριού, ο ιερέας εκδιώχθηκε και κακοποιήθηκαν οι Ηλίας Αλτιντζής, Νικόλαος Παπαδημητρίου, Χρήστος Παπαδημητρίου, Γούσιος Τσιαμπάζης, Γεώργιος Αθ. Τσιαμπάζης και Ιωάννης Στόγιου. Στο Μπαρακλί, οι Βούλγαροι κατέλαβαν το ναό και έκλεισαν την ελληνική σχολή. Στην Κάτω Τζουμαγιά η μία εκ των δύο εκκλησιών κατελήφθη από τον ίδιο τον διοικητή της πόλης Κωνσταντίνωφ, ο οποίος, με τη βία, ανάγκασε πολλούς Έλληνες να δηλώσουν προσχώρηση στο βουλγαρισμό. Την ίδια τύχη είχε και η εκκλησία του χωριού Ράδοβο, όπου κακοποιήθηκαν ο διδάσκαλος του χωριού και αρκετοί χωρικοί, καθώς και η εκκλησία και το ελληνικό σχολείο του Κρουσόβου.

Στο Πετρίτσι, καταδικάσθηκε από οπαδούς του Κομιτάτου σε θάνατο, αλλά κατόρθωσε να διαφύγει, ο πρώην φύλακας του οικοτροφείου Πετριτσίου Γεώργιος Τάντσης. Στο Στάρτσοβο, κατοικούμενο από 120 αμιγώς ελληνικές οικογένειες, ο κομιτατζής Ντόντσιος επιχείρησε βίαια να εξαναγκάσει τους κατοίκους, να προσχωρήσουν στον βουλγαρισμό, καίγοντας ελληνικά βιβλία και απειλώντας τους κατοίκους οι οποίοι ωστόσο, μπόρεσαν να απαντήσουν με θάρρος ότι δεν αλλάζουν φρόνημα, παραμένοντας πιστοί Έλληνες.  Στο χωριό Μπογορόδιτσα Πετριτσίου, κατοικούμενο και αυτό αμιγώς από 130 ελληνικές οικογένειες, κάτω από την πίεση απειλών αναγκάστηκαν να απολύσουν τον ιερέα τους Παπακωνσταντίνο, καταγόμενο από το χωριό Στάρτσοβο. Στα χωριά Κάμινα, Γαβερνίτσα, Μήτινο και Σιρμπάνι της ίδιας περιφέρειας Πετριτσίου, στα οποία δεν υπήρχαν εκκλησίες, ανάγκασαν τους χωρικούς να μη δέχονται τους Έλληνες ιερείς του Πετριτσίου για αγιασμό, αλλά στη θέση τους τον Βούλγαρο σχισματικό ιερέα.

Αναφορά όμως προς τον διοικητή του 3ου ιππικού ελληνικού συντάγματος Σερρών Γ. Καραμαλίκη απέστειλε και ο ιερομόναχος της μονής Προδρόμου Σερρών Αρσένιος. Ο ιερομόναχος Αρσένιος ήταν ο διαχειριστής του μετοχίου
της μονής στο χωριό Σάβγιακο και έλαβε εντολή από το μητροπολίτη Μελενίκου να μεταβεί στο γειτονικό χωριό Κιουπρί, από όπου είχε εκδιωχτεί ο Έλληνας ιερέας, για να λειτουργήσει με αφορμή τις γιορτές των αγίων Αντωνίου και Αθανασίου. Το γεγονός όμως αυτό υπήρξε αφορμή να κακοποιηθεί βάναυσα ο μοναχός από σχισματικούς του χωριού και να φυλακιστεί σε υπόγειο. Ανάλογες αναφορές απέστειλαν για το χωριό Κουμλί ο Λάζαρος Γέλιου, για το χωριό Σάβγιακο ο Ιωάννης Κέπε και ο Μήτα Κωνσταντίνου και για το χωριό Ράδοβο ο Βελίκης Αγγέλου. Όλοι τους περιέγραφαν προσωπικές εμπειρίες της βουλγαρικής διοίκησης των χωριών τους και δεινοπαθήματά τους από τους Βουλγάρους χωροφύλακες και χωρικούς.

Οι Βούλγαροι της περιοχής, συνεπικουρούμενοι από το βουλγαρικό στρατό προχώρησαν στην κατάληψη των εκκλησιών και των σχολείων στο Πετρίτσι και τα χωριά Λάτροβο, Ράδοβο, Μπούτκοβο και Σπάτοβο αναγκάζοντας, με ύβρεις και απειλές, τους ιερείς και τους διδασκάλους να εγκαταλείψουν τις θέσεις τους.

Κατά το Β΄ Βαλκανικό Πόλεμο, ο Ελληνικός Στρατός, μέσα σε τριάντα μέρες μπόρεσε νικηφόρα να προελάσει ως την Άνω Τζουμαγιά. Ενδεικτική του φρονήματος του Ελληνισμού κατά μήκος του όρους Μπέλλες, είναι η περιγραφή που δίνει ο Δ. Καλλίμαχος γραμματέας του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας, ο οποίος συμμετείχε στις πολεμικές επιχειρήσεις του Β’ Βαλκανικού Πολέμου στην περιοχή:

«…εἰς ὅλον τοῦ Μπέλεσι τό μῆκος ἤρχοντο οἱ γυναικοῦλες καί τά παιδάκια τοῦ σχολείου νά χαιρετήσουν εἰς καθαράν ἑλληνικήν τήν θριαμβευτικήν προέλασιν τοῦ ἀπελευθερωτικοῦ στρατοῦ. Μᾶς ἐμοίραζαν κοφίνια φροῦτα τῆς εὐλογημένης χώρας των, κορόμηλα, ροδάκινα, δαμάσκηνα, μῆλα καί ἀφράτα ἀχλάδια καί μᾶς ἔρραιναν μέ ὄμορφα λουλούδια…».

Το Δεμίρ Ισάρ απελευθερώθηκε ύστερα από μάχη που δόθηκε στις 27 Ιουνίου του 1913. Η πόλη ήταν η βάση της στρατιάς του Ιβανώφ, ο οποίος όμως φεύγοντας για να ενισχύσει το μέτωπο της Στρώμνιτσας, εγκατέλειψε σε αυτή  μόνο μια μεραρχία. Μετά από την καταστροφή της Στρώμνιτσας, το Δεμίρ Ισάρ κατελήφθη από τον ελληνικό στρατό με έφοδο. Οι Βούλγαροι, εγκαταλείποντας το, προέβησαν στη σφαγή 150 αμάχων. Η Κάτω Τζουμαγιά δέχτηκε έντονα την οργή των Βουλγάρων στρατιωτών, μετά από την ήττα τους στο Λαχανά, στις 21 Ιουνίου 1913.

Την επόμενη μέρα, Σάββατο 22 Ιουνίου οι βουλγαρικές αρχές εγκατέλειψαν την κωμόπολη. Ωστόσο, την Κυριακή 23 Ιουνίου, καθώς οι κάτοικοι πανηγύριζαν την απελευθέρωσή τους, περικύκλωσε την κωμόπολη βουλγαρικός στρατός, ερχόμενος από το Δεμίρ Ισάρ, με 500 περίπου αξιωματικούς. Ο βουλγαρικός στρατός, ερευνώντας τα σπίτια των προκρίτων αναζητώντας τους, προέβη σε κάθε αποτρόπαια πράξη. Οι βιαιότητες και η λεηλασία των καταστημάτων που ακολούθησε, κράτησαν ώς το απόγευμα, οπότε ανεχώρησαν δολοφονώντας όποιον τύχαινε στο δρόμο τους, τρεις από την Κάτω Τζουμαγιά και οκτώ από το χωριό Έλσιανη. Βουλγαρικό ιππικό συνέχισε τις βιαιότητες και τη λεηλασία στην κωμόπολη και την επόμενη μέρα, Δευτέρα 24 Ιουνίου, δολοφονώντας άλλους τέσσερις κατοίκους.  Το ίδιο σώμα ιππέων επανέλαβε τα γεγονότα με τον ίδιο ακριβώς τρόπο και την Τρίτη 25 Ιουνίου, δολοφονώντας επίσης άλλους τέσσερις κατοίκους, ανάμεσά τους και τον 55χρονο ιερέα Χρυσάφη τον οποίο πρώτα ακρωτηρίασαν.

Τα ίδια συνέβαιναν ως και τις 27 Ιουνίου, καταστρέφοντας εντελώς την αγορά της κωμόπολης. Στις 12 Ιουλίου του 1913, ο δήμαρχος Δημήτριος Χρ. Πάζης, γιατρός και η δημογεροντία της ελληνικής κοινότητας, αποτελούμενη από τους: ιερέα Δημήτριο επίτροπο του μητροπολίτη Μελενίκου, Νικόλαο Ιωάννου, Δημήτριο Κατσιαβάκη, Στέργιο Γρηγορίου, Κωνσταντίνο Γρόκκο, Γεώργιο Αθανασίου και Θωμά Σ. Μπρούσα, απέστειλαν, στον πρόεδρο του Ελληνικού Κοινοβουλίου, έκθεση με όσα συνέβησαν στις πέντε, τραγικές για την κωμόπολη, μέρες. Ανάλογα συνέβησαν και στο σλαβόφωνο αλλά πιστό πατριαρχικό χωριό Ράδοβο, το οποίο οι Βούλγαροι πυρπόλησαν, εκδικούμενοι τους κατοίκους.

Ο σιδηροδρομικός σταθμός του Χατζή Μπεϊλίκ (σημερινή Βυρώνεια) ήταν το κέντρο του ελληνικού στρατηγείου. Στο σταθμό αυτό συναντήθηκαν και συνεργάστηκαν ο βασιλιάς Κωνσταντίνος με τον πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο και τον υποστράτηγο Δουσμάνη, πριν την τελική αναμέτρηση με τους Βουλγάρους, στις μάχες της Κρέσνας και της Άνω Τζουμαγιάς.

Το Μελένικο απελευθερώθηκε από τον ελληνικό στρατό (λόχο εθελοντών) στις 30 Ιουνίου του 1913, προελαύνοντας για την Κρέσνα. Οι κάτοικοι παραδόθηκαν σε ξέφρενο πανηγύρι, ανοίγοντας τα περίφημα κρασιά τους για τον ελληνικό στρατό. Αντιπροσωπεία προκρίτων επισκέφτηκε τον Έλληνα Βασιλιά στο Λιβούνοβο για να υποβάλει τα σέβη και την ευγνωμοσύνη του Ελληνισμού της περιοχής για την απελευθέρωσή τους. Επικεφαλής της ομάδας ήταν ο Νούσκας. Αυτοί προσέφεραν στο βασιλιά ένα αυτοκρατορικό σκήπτρο και ένα αδαμαντοκόλλητο ξίφος, μέρος των βυζαντινών κειμηλίων της πόλης.

Οι μάχες στα στενά της Κρέσνας διήρκεσαν τρεις ημέρες (8-11 Ιουλίου 1913) και τέλειωσαν με νίκη του ελληνικού στρατού. Η τελευταία μάχη του πολέμου δόθηκε στην Άνω Τζουμαγιά (σημερινό Μπλαγκόεβγκαντ της Βουλγαρίας) όπου υπογράφτηκε η ανακωχή στις 18 Ιουλίου του 1913.

Η απόφαση του Συνεδρίου του Βουκουρεστίου που επιδίκαζε το Μελένικο και το Πετρίτσι στη Βουλγαρία, ελήφθη στις 28 Ιουλίου του 1913. Οι Μελενίκιοι έμαθαν την απόφαση την επομένη και αποφάσισαν με γενική συνέλευση των κατοίκων, στις 30 Ιουλίου του 1913, να ακολουθήσουν τον ελληνικό στρατό και να εγκαταλείψουν για πάντα την πατρίδα τους. Το ίδιο αποφάσισαν και όλοι σχεδόν οι κάτοικοι των ελληνικών χωριών, του Πετριτσίου και του Σταρτσόβου. Αντιπρόσωποι των κατοίκων επισκέφτηκαν το στρατηγείο του ελληνικού στρατού στο Λιβούνοβο, όπου βρισκόταν και ο βασιλιάς Κωνσταντίνος. Η αναχώρηση των κατοίκων θα διευκολυνόταν από το Γενικό Στρατηγείο του ελληνικού στρατού στο Λιβούνοβο, το οποίο διέταξε όλα τα μεταγωγικά του στρατού να βοηθήσουν τους κατοίκους, για να μεταφέρουν ό,τι χρειαζόταν από την κινητή τους περιουσία.

Ο Σαντάνσκι μαθαίνοντας την αναχώρηση των Μελενικίων, αποφάσισε να επιτεθεί, με 500 χωρικούς από τα γύρω χωριά, στην πόλη για να μπορέσει να λεηλατήσει τα σπίτια πριν τα εγκαταλείψουν οι κάτοικοί τους. Έτσι πολιόρκησε για τρεις μέρες το Μελένικο, το οποίο υπεράσπιζε ένας μόνο λόχος ελληνικού στρατού. Το Γενικό Στρατηγείο στο Λιβούνοβο, ειδοποιημένο για το γεγονός, έστειλε στο Μελένικο ένα τάγμα ευζώνων και ανάγκασε τους Βουλγάρους, μετά από φονικές μάχες να λύσουν την πολιορκία της πόλης και να επιτρέψουν στους κατοίκους να αναχωρήσουν με τα υπάρχοντά τους στην Ελλάδα.

Στο χωριό Στάρτσοβο, που κατά τον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο είχε και αυτό καταληφθεί από το βουλγαρικό στρατό, οι Βούλγαροι δεν προέβησαν σε αντίποινα, όπως αντίθετα έκαναν στο Πετρίτσι, λόγω της σθεναρής στάσης των κατοίκων. Το Στάρτσοβο, όπως και ολόκληρη η περιοχή απελευθερώθηκε από τον ελληνικό στρατό κατά το Β΄ Βαλκανικό Πόλεμο, για μικρό όμως διάστημα αφού η Συνθήκη του Βουκουρεστίου επεδίκασε το χωριό στη Βουλγαρία. Όλοι οι κάτοικοι του χωριού μαζί με τους άλλους Έλληνες από το Πετρίτσι, τη Μπογορόδιτσα και άλλα χωριά της περιοχής, ακολούθησαν τον Ελληνικό Στρατό στην υποχώρησή του πίσω από τις κορυφογραμμές του Μπέλλες, όπως όριζε η Συνθήκη, αφού πρώτα έκαψαν τα οστά των προγόνων τους στο νεκροταφείο, καθώς και το αρχείο του  σχολείου και εγκαταστάθηκαν στο χωριό Βέτρινα, στο οποίο έδωσαν το όνομα Νέο Πετρίτσι.

Ο Paillarès, το 1906, σαν να προδίκαζε την απόφαση της Συνθήκης του Βουκουρεστίου τον Ιούλιο του 1913, επιδίκαζε το Μελένικο στην Βουλγαρία:

«Τό Μελένικον, πόλη οὐσιαστικά ἑλληνική, δέν μπορεῖ νά φιλοδοξεῖ ὅτι θά προσαρτηθεῖ στόν ἑλληνισμό ἐπειδή βρίσκεται σέ βουλγαρική περιοχή. Μέ τόν ἴδιο τρόπο, βουλγαρικές πόλεις δέν μποροῦν νά ἐνσωματωθοῦν στήν Βουλγαρία, ἐφόσον ἐξαρτῶνται ἀπό τή Δράμα, τίς Σέρρες ἤ τή Νάουσα».

Ο Paillarès δεχόταν την τριζωνική διαίρεση για τη Μακεδονία. Δηλαδή στη νότια και αναμφισβήτητη ελληνική ζώνη, στη βόρεια και αναμφισβήτητα βουλγαρική και στη μεσαία προβληματική ζώνη που έπρεπε να μοιρασθεί. Κατά τη διανομή της μεσαίας μακεδονικής ζώνης ο Paillarès θεωρούσε ότι το Μελένικο θα περνούσε τελικά στη Βουλγαρία. Δεν είναι γνωστό εάν εξέφραζε προσωπικές απόψεις που συμπίπτουν με την απόφαση των Δυνάμεων μετά από έξι χρόνια στην Συνθήκη του 1913, ή εκφράζει απόψεις που συζητούνταν στο χώρο της Ευρώπης, σχετικά με το μέλλον της Μακεδονίας και την εξέλιξη του μακεδονικού ζητήματος.

Η εκκένωση της πόλης πραγματοποιήθηκε στις 5 Αυγούστου του 1913. Χαρακτηριστική της τραγωδίας που συντελέστηκε με την αναχώρηση των Μελενικίων από την πατρίδα τους, είναι η περιγραφή της ημέρας εκείνης σε δημοσίευμα της εποχής:

«Tήν παρελθοῦσαν Δευτέραν οἱ κάτοικοι τοῦ ἱστορικοῦ Μελενίκου πληροφορηθέντες ὅτι ἡ πόλις των ἐπεδικάσθη εἰς τούς Βουλγάρους άπεφάσισαν νά μή παραδώσουν αὐτήν ἀκεραίαν ἀλλά νά τήν πυρπολήσουν ἀπ΄ ἄκρου εἰς ἄκρον. Καταρτίσαντες λοιπόν σῶμα πολιτοφυλάκων οἵτινες θά ἔθετον τό πῦρ διέταξαν τά γυναικόπαιδα νά ἀπέλθουν συναποκομίζοντα ὅ,τι πολύτιμον ἠδύναντο νά παραλάβουν. Τό θέαμα ὑπῆρξεν ἀφαντάστου τραγικότητος. Γραίαι κρατοῦσαι τάς ἱεράς εἰκόνας κλαίουσαι ἔστρεφον ἄπελπι βλέμμα πρός τάς οἰκίας των, κατησπάζοντο τάς θύρας καί ἐλάμβανον εἶτα τήνἄγουσαν πρός τό Ἑλληνικόν ἔδαφος. Σπαραξικάρδιον ἦτο τό θέαμα τοῦ ἀποχωρισμοῦ ἰδίᾳ ἀπό τῶν οἰκογενειακῶν παρεκκλησίων. Ἐπί ὥρας κλαίουσαι κατησπάζοντο καί τάς παραμικροτέρας γωνίας τῶν ναΐσκων καί παρελάμβανον τάς εἰκόνας. Ἀφοῦ τά γυναικόπαιδα ἐκκένωσαν τήν πόλιν τό σῶμα τῆς πολιτοφυλακῆς ἀνέλαβε τό ἔργον τῆς πυρπολήσεως. Πρώτη φροντίς ὑπῆρξε τό ἄνοιγμα τῶν κρουνῶν τῶν μεγάλων βαρελιῶν τοῦ οἴνου. Ὡς χείμαρρος ἐξεχύθη οὗτος καί κατέκλυσε καί ἐκοκκίνισε τήν ἀγοράν. Ἄλλοι πάλιν τῶν κατοίκων διά πελέκεων κατέστρεψαν τά βαρέλια καί ἄλλοι ἐξερρίζωσαν τά σταφυλοβριθῆ κλίματα. Μετά τοῦτο οἱ πολιτοφύλακες διαιρεθέντες εἰς 4 ὁμάδας ἔθεσαν πῦρ ἐκ τεσσάρων μερῶν εἰς τήν πόλιν. Τό πῦρ πάραυτα μετεδόθη εἰς ὃλας τάς οἰκίας. Τό θέαμα ἐν τῇ μεγαλοπρεπείᾳ του ἦτο ἀπαίσιον. Τό πῦρ ὑποβοηθούμενον ὑπό τοῦ ἀνέμου ἀπετέφρωσε τελείως τήν ἱστορικήν πόλιν. Καί οἱ ἑκούσιοι πυρποληταί δέν ἀπεχώρησαν εἰμή ἀφοῦ εἶδον τήν ἀγαπητήν των πατρίδα μεταβληθεῖσαν εἰς τέφραν. Ἀπερχόμενοι δέ ἐφώναζον πρός τούς Βουλγάρους: ΄΄Ἐλᾶτε τέρατα, ἐλᾶτε τύραννοι, λάβετε τό πολυπόθητόν σας Μελένικον΄΄. Αἱ γυναίκες καί αἱ νεάνιδες φεύγουσαι ἔψαλλον τό γνωστόν δημῶδες ἆσμα τῆς καταστροφῆς τῆς Πάργας καί τοῦ Σουλίου: ΄΄Ἔχε γειά καϋμένη πατρίδα΄΄. Ἄλλοι ἐτραγούδουν: ΄΄Τοῦ βουλγαρισμοῦ ἡ ψώρα
Μακεδόνας δέν μολύνει΄΄».

Ωστόσο, παρά την περιγραφή του δημοσιεύματος, η ολοσχερής αποτέφρωση της πόλης δε μαρτυρείται αλλού. Αυτό επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι μετά τη φυγή των κατοίκων η πόλη λεηλατήθηκε από τους περίοικους Βουλγάρους, οι οποίοι ξήλωσαν πόρτες, παράθυρα, σίδερα, κεραμίδια και τα μετέφεραν στη γειτονική κωμόπολη Σφέτι Βρατς (Άγιοι Ανάργυροι–Σαντάνσκι). Με βόμβες ανατίναξαν ό,τι παρέμενε όρθιο. Το γαλλικό περιοδικό L’Illustration (30.8.1913) δημοσίευσε μάλιστα φωτογραφίες της πόλης μετά την εγκατάλειψή της από τον πληθυσμό της.

Όταν το 1929 επισκέφτηκε το Μελένικο η Ελληνοβουλγαρική Επιτροπή Μεταναστεύσεως για την εκτίμηση των περιουσιακών στοιχείων και τον καθορισμό των αποζημιώσεων, ο Έλληνας αντιπρόσωπος Δ. Κ. Βογασλής σημείωσε:

«…δύσκολο ἦταν νά ξεχωρίσουμε πού τελείωνε τό ἕνα σπίτι καί πού ἄρχιζε τό ἄλλο. Παρέμεινε ὄρθιος μόνον ὁ μητροπολιτικός ναός τοῦ Μελενίκου καί τοῦτο χάρις στήν ἐπέμβασι τῆς ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας Σόφιας. Τόν ἐπεσκέφτηκα. Ἕνα μεγαλόπρεπο μεσαιωνικό κτίσμα…»

Οι 353 περίπου οικογένειες των Μελενικίων που εγκατέλειψαν την πόλη τους τον Αύγουστο του 1913, μετά τη συνθήκη του Βουκουρεστίου εγκαταστάθηκαν σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας και κυρίως στο Σιδηρόκαστρο (Δεμίρ Ισάρ). Ανάλογα με τους Μελενικίους έπραξαν και οι Έλληνες κάτοικοι χωριών της περιοχής. Οι πρόσφυγες κατευθύνθηκαν κυρίως προς το Σιδηρόκαστρο, την Κόπροβα, την Κάτω Τζουμαγιά, τις Σέρρες και το Κιλκίς.

Στο Σιδηρόκαστρο μεταφέρθηκαν τα αρχεία της ελληνικής κοινότητας Μελενίκου και επανασυστήθηκαν εκεί ο Σύνδεσμος Ευελπίδων και η Αδελφότητα Κυριών η «Αρμονία», που εξακολουθούν να υφίστανται ως σήμερα και να αποτελούν σημείο αναφοράς των απανταχού Μελενικίων. Οι παραπάνω σύλλογοι τελούν και το ετήσιο μνημόσυνο του Αναστασίου Παλατίδη, του μεγάλου ευεργέτη των ελληνικών σχολείων Μελενίκου, του οποίου η δωρεά συνεχίζεται ως σήμερα προς το «Παλατίδειο» Γυμνάσιο Σιδηροκάστρου ως κληρονόμου των σχολών του Μελενίκου.

Στο Σιδηρόκαστρο μεταφέρθηκαν και όσα κειμήλια και αρχεία μπόρεσαν να πάρουν μαζί τους οι Μελενίκιοι. Δυστυχώς οι Βούλγαροι, κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο με την κατάληψη της περιοχής από αυτούς, για μια ακόμη φορά, πήραν μαζί τους το σύνολο των κειμηλίων που φυλάσσονταν στο σκευοφυλάκιο της μητρόπολης. Ο μητροπολίτης Μελενίκου Παρθένιος επιστρέφοντας το 1918 από τον εκτοπισμό του στη Βουλγαρία, συνέταξε έκθεση, στις 8 Νοεμβρίου του 1918, περιγράφοντας αναλυτικά τα κειμήλια που εκλάπησαν και τα οποία φυλάγονταν σε επτά κιβώτια.

Το 1918, οι Μελενίκιοι της Θεσσαλονίκης ίδρυσαν το δικό τους Σύνδεσμο Ευελπίδων (Κέντρο Θεσσαλονίκης) με διοικητικό συμβούλιο που αποτελούνταν από τους Κ. Καλούση πρόεδρο, Κ. Τσώπρο αντιπρόεδρο, Θ. Σιββόπουλο γραμματέα, Θ. Λουκούμη ταμία και συμβούλους τους Π. Σωκρατείδη και Γ.Τζεβελέκη. Ο Κανονισμός του σωματείου αυτού ψηφίστηκε το Μάιο του 1919.

Το 1941, με την τρίτη βουλγαρική κατοχή κατά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι Βούλγαροι έκαψαν το υπόγειο, όπου ο Σύνδεσμος Ευελπίδων Μελενίκου είχε φυλάξει το αρχείο του Μελενίκου. Διεσώθη ωστόσο, το «Κτηματολόγιο του Κοινού» που αναφέρεται στα έτη 1791-1819 από όπου δημοσίευσε απoσπάσματα ο Π. Πέννας.

 

Aπόσπασμα από τη Διδακτορική Διατριβή του Ιωάννη Μπάκα, «Ο Ελληνισμός και η μητροπολιτική περιφέρεια Μελένικου 1850 – 1912, 2003, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ)