Σοφία Λασκαρίδου (1876-1965)

Η Σοφία Λασκαρίδου γεννήθηκε το Φεβρουάριο του 1876 στην Αθήνα. Η μητέρα της ήταν η γνωστή παιδαγωγός Αικατερίνη Χρηστοµάνου και ο πατέρας της ο Λάσκαρης Λασκαρίδης, πλούσιος έµπορος από την Τραπεζούντα και µαθητής του φιλοσόφου  Θ. Καΐρη.  Είχε δύο αδελφές,  την κατά δεκαπέντε χρόνια µεγαλύτερη Μελποµένη και την κατά τέσσερα χρόνια µικρότερη Ειρήνη, που αργότερα υπήρξε η πρώτη που ασχολήθηκε µε την εκπαίδευση των τυφλών στην Ελλάδα.

Παίρνοντας  στοιχεία  από  τον  ενθουσιώδη   και  αισιόδοξο  χαρακτήρα  της µητέρας  της  και  το  ερευνητικό,  απαισιόδοξο  πνεύµα  του  πατέρα  της,  η  Σοφία απέκτησε  έναν  ψυχισµό  που  ταλαντευόταν  ανάµεσα  στα  δύο  άκρα:  συνήθως µελαγχολική και µε πίστη στο µοιραίο, είχε ωστόσο µια ανατρεπτική αίσθηση του χιούµορ και µεγάλο δυναµισµό, ώστε  να παίρνει την τύχη στα χέρια της, κάτι που οφειλόταν στην ανατροφή της: «Ήµουν απόλυτα ελεύθερη. Μεγάλωσα µε την απέχθεια του ψεύδους και της υποκρισίας. Είχα πάντα το θάρρος και την ευθύνην των πράξεών µου.  Αλλά  ο  ιδιόρρυθµος  χαρακτήρας µου,  ήταν  αδύνατο  να  συµµορφωθεί µε  τις κοινωνικές  συνθήκες της εποχής εκείνης, ώστε δεν ήταν δυνατόν να µην παρεξηγηθεί ο τρόπος ζωής µου».

Έτσι, από πολύ µικρή ηλικία ακολούθησε το πάθος της για τη ζωγραφική, συµµετέχοντας σε εκθέσεις ήδη από το 1897 και βγαίνοντας από το ατελιέ για να ζωγραφίσει στην ύπαιθρο, πάντοτε µε ένα ρεβόλβερ µαζί της για προστασία. Το
1900  έφυγε  για  ένα  εξάµηνο  στην  Ευρώπη,  όπου  επισκέφθηκε  τις  πινακοθήκες διαφόρων  πόλεων  και παρακολούθησε µαθήµατα  ζωγραφικής  στο  Παρίσι,  στην ακαδηµία Julien και στα ατελιέ των Benjamin Constant και Jean Paul Laurens. Μετά το θάνατο του πατέρα της, ο οποίος δεν ενέκρινε την επιθυµία της για επαγγελµατική
εκπαίδευση,  εγγράφηκε  στην  Καλλιτεχνική   Σχολή  Κυριών  της  Εταιρείας  των Φιλοτέχνων (1900). Ωστόσο, φαίνεται ότι δεν την ικανοποιούσε ως επίπεδο σπουδών, γι’ αυτό άρχισε να αναζητάει τον τρόπο να κατορθώσει να γίνει δεκτή από τη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας, που ως τότε απαγόρευε τη φοίτηση στις γυναίκες. Χάρη
σε ιδία δυναµική παρέµβαση κατόρθωσε  να εγγραφεί το 1903 και να πάρει το πτυχίο της το 1907, έχοντας ως καθηγητές τους Κ. Βολονάκη, Γ. Ροϊλό, Νικηφόρο Λύτρα, Γ. Ιακωβίδη, Οδ. Φωκά.

Ένα χρόνο αργότερα, και ενώ η φήµη της στην Ελλάδα είχε απογειωθεί χάρη σε  δεκάδες  συµµετοχές  σε  οµαδικές  εκθέσεις  και  ορισµένες  ατοµικές,  πήρε  την υποτροφία του Μπόζειου Κληροδοτήµατος και πήγε   στη Γερµανία για να συνεχίσει τις σπουδές της. Τον Ιούλιο φοίτησε σε µια σχολή ζωγραφικής υπαίθρου στο Dachau µε καθηγητή τον Von Haieck και λίγους µήνες αργότερα συνέχισε τις σπουδές της στο  Μόναχο  κοντά  στους W. Thor και S. Hollósy. Παράλληλα  παρακολούθησε µαθήµατα  σύνθεσης  από  τους L. Putz και M. Feldbauer στη  Σχολή  Κυριών  του Συλλόγου Καλλιτέχνιδων (Künstlerinnenverein). Επιπλέον,  κατόρθωσε να διακριθεί συµµετέχοντας σε εκθέσεις και λαµβάνοντας τιµητικά βραβεία. Ωστόσο, το 1910 αισθανόταν πλέον ότι οι σπουδές της στο Μόναχο δεν είχαν να της προσφέρουν τίποτα περισσότερο και έπειτα από παρότρυνση ενός καθηγητή της ετοιµαζόταν να φύγει για το Παρίσι.

Τα  σχέδιά  της  αναβλήθηκαν  όµως  για   κάποιους µήνες,  όταν  τον  Απρίλιο έλαβε ένα απελπισµένο γράµµα από τον αγαπηµένο της Περικλή Γιαννόπουλο, µε τον οποίο είχαν σχέση από το 1899, και γύρισε στην Ελλάδα αποφασισµένη να µείνει µαζί του. Μόλις έφτασε πληροφορήθηκε τα νέα της αυτοκτονίας του και πάνω στη συντριβή της επιχείρησε  να κάνει το ίδιο· την πρόλαβε η µητέρα της την τελευταία στιγµή.

Προσπαθώντας  να  γιατρέψει  τα  τραύµατά  της,  επέστρεψε  και  πάλι  στο Μόναχο, για λίγο όµως. Ο Σεπτέµβρης του 1910 τη βρήκε στο Παρίσι να µοιράζεται το ίδιο ατελιέ µε την φίλη της Λένα Σκορδέλλη. Εκεί φοίτησε στην Académie de la Grande Chaumière, στο ατελιέ του L. Simon και της Ο. Bonáska (1910-14) και στην Académie Colarossi (1911-12).

Κατά τη διάρκεια της παραµονής της στο Παρίσι κατόρθωσε να εκθέσει έργα της  στα Salon των  Γάλλων  Καλλιτεχνών  και  των  Ανεξαρτήτων,  λαµβάνοντας θετικότατα σχόλια από τους Γάλλους κριτικούς, και πραγµατοποίησε αρκετά ταξίδια στην Ευρώπη για να αντλήσει έµπνευση και θέµατα για τα έργα της. Το καλλιτεχνικό  της έργο έχει ως πυρήνα του το τοπίο, ενώ σε µικρότερο βαθµό την απασχολεί και η ανθρώπινη µορφή.

Η Σοφία Λασκαρίδου με την αδερφή της, Ειρήνη, και τη μητέρα της, Αικατερίνη,

Μετά το θάνατο της µητέρας της το 1916 η Σοφία επέστρεψε στην Ελλάδα για να αναλάβει το ∆ιδασκαλείο Νηπιαγωγών της Καλλιθέας, το οποίο είχε ιδρύσει η µητέρα της. Εκεί δίδαξε σχολική  ιχνογραφία και ζωγραφική για 36 χρόνια· το 1951 εξέδωσε το βιβλίο Σειρά σχολικής ιχνογραφίας και ζωγραφικής, όπου συνόψισε τη διδασκαλία της συστηµατοποιηµένα.

Εξακολούθησε να ζωγραφίζει και να συµµετέχει σε εκθέσεις µέχρι το τέλος της ζωής της, αλλά µετά τη δεκαετία του 1930 πιο σπάνια, µε έργα περασµένων ετών ως   επί  το πλείστον. Το 1953 βραβεύτηκε από την Ακαδηµία των Αθηνών για το σύνολο της καλλιτεχνικής της δηµιουργίας.

Το 1955 εξέδωσε το αυτοβιογραφικό βιβλίο «Από το Ηµερολόγιό µου. Θύµησες και στοχασµοί» όπου αφηγούνταν κυρίως τα χρόνια µαθητείας της στο Μόναχο και το Παρίσι· πέντε χρόνια αργότερα ακολούθησε το  «Από το ηµερολόγιό µου. Συµπλήρωµα: Μια αγάπη µεγάλη» όπου µιλούσε για τον έρωτά της µε το Γιαννόπουλο.

Τα τελευταία χρόνια της ζωής της έζησε αποτραβηγµένη στο σπίτι της στην Καλλιθέα, δεχόµενη επισκέψεις µονάχα κάθε πρώτη Κυριακή του µήνα. Πέθανε λίγο πριν κλείσει τα ενενήντα, στις 13 Νοεµβρίου του 1965.

Από τη μεταπτυχιακή διατριβή της Χριστίνας Γραμματικοπούλου,
"Η ζωγράφος Σοφία Λασκαρίδου (1876-1965)", 2007, Α.Π.Θ.